Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Χαντάκι - Οράσιο Καστίγιο

Χαντάκι - Οράσιο Καστίγιο

Ανάσανα για τελευταία φορά το άρωμα των ευκαλύπτων
και πέρασα κάτω από την αψίδα όπου ήταν γραμμένο:
   Εδώ τελειώνει ο κόσμος.
Πού βρισκόμαστε; - ρώτησε το παιδί που ακόμα δεν
   είχε γεννηθεί.
Πουθενά - απάντησε ο άντρας που είχε ήδη
   πεθάνει.
Και δείχνοντας στη μέση του κάμπου ένα απέραντο
   χαντάκι
συμπλήρωσε; Όλοι θα βγουν από αυτό το ίδιο μέρος.
Πού βρισκόμαστε; - ρώτησε ο άντρας κρύβοντας τα μάτια
   στην τσέπη του σακακιού.
Πουθενά - απάντησε η γυναίκα διπλώνοντας
   την κόμη της σαν ένα μαντίλι.
Εκείνη τη στιγμή ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση
κι αισθάνθηκα για πρώτη φορά τη μυρωδιά τού τίποτα.
Κι αυτή η μυρωδιά μας σφυροκόπησε στη διάρκεια
   της υπόλοιπης μέρας, και την επόμενη μέρα,
και όλες όσες ακολούθησαν ως το τέλος των ημερών μας.
Πού βρισκόμαστε; - ρώτησε ο γιος χορδίζοντας
   τα συρματοπλέγματα.
Πουθενά - απάντησε ο πατέρας περνώντας ένα σφουγγάρι
   πάνω από τα δέντρα.
Αλλά οι βετεράνοι, ανάβοντας φωτιές, βάλθηκαν
   να τραγουδούν
και όλα έμοιαζαν με ένα χαρούμενο καλοκαιριάτικο κάμπινγκ.
Που βρισκόμαστε; - ρώτησε ο μουτσάτσος με
   το αρνί επάνω στους ώμους.
Πουθενά - απάντησε η μουτσάτσα με το κλαδί τού
   μη με ξεχνάς στα μαλλιά.
Πώς μπορούσαμε να τραγουδάμε κοιτώντας μέρα νύχτα
   το μαύρο χαντάκι;
Μια μέρα, εντούτοις, ο αέρας ξημερώθηκε αρωματικός·
μύριζε άμυλο, φρεσκολουσμένα γυναικεία μαλλιά,
ίσως επειδή αυτή την ημέρα εκείνη κατέβηκε από
   το μαύρο χαντάκι. 
Που βρισκόμαστε; - ρώτησε το παιδί με την ακτίνα του ήλιου
   ανάμεσα στα δόντια του.
Πουθενά - απάντησε ο γέρος στριφογυρίζοντας τον μαύρο ζωμό
   της μνήμης.
Εκείνη την ημέρα, σκυφτοί απέναντι στη φωτιά, αρχίσαμε να
   τραγουδάμε.
Τραγουδούσαμε κάτω από τα ντους της πανσελήνου,
τραγουδούσαμε ξεφλουδίζοντας απέραντα σκουρόχρωμες
   πατάτες,
τραγουδούσαμε ξεχωρίζοντας το νύχι από το κρέας.
Ακόμα και την τελευταία μέρα ανάμεσα στους ζωντανούς
   τραγουδήσαμε.
Σε ινδική παράταξη, με το γαρύφαλλο των πράων στην καρδιά,
περπατήσαμε αργά ως την άκρη του πηγαδιού.
Πού βρισκόμαστε; - ρώτησε η κοπέλα που κοιμόταν με 
   το φοίνικα, το πουλί, στην αγκαλιά της.
Πουθενά - απάντησε η μητέρα με το μαστέλο της
   λήθης επάνω στο κεφάλι.
Έτσι, πιασμένοι από το χέρι, περιμέναμε το ξημέρωμα
και κατεβήκαμε τραγουδώντας στην αιωνιότητα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: