Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Πες στη μορφίνη, ακόμα την ψάχνω - Νικόλ Ρούσσου

Πες στη μορφίνη, ακόμα την ψάχνω - Νικόλ Ρούσσου

[...]

   Φτάνουμε στα βράχια, φάτσα κάρτα στο Παλατάκι, διαλέγουμε ένα ζόρικο να μας χωράει και τους δυο, και στρωνόμαστε με τα πόδια να κρέμονται πάνω απ' τη θάλασσα.

   Ο ήλιος είναι χρυσοκόκκινος και βγαίνει από μένα. Έχει μουδιάσει ο λαιμός μου, σαν άμα σου 'ρχεται να κλάψεις, αλλά δεν κλαίω. Το φεγγάρι από πάνω μια έρχεται μια φεύγει, αλλά τελικά το βλέπω όπως είναι στρογγυλό. Όχι μια ηλίθια χαλκομανία κολλημένη σ' έναν ηλίθιο γαλάζιο τοίχο. Έχει σηκώσει κύμα, μπορώ να βλέπω στο βυθό, γουστάρω να μπω μέσα, αλλά ξέρω ότι ειναι το τριπ. Κι ας λένε όλοι οι μαλάκες ότι δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Σκέφτομαι πιο σβέλτα απ' όσο ανασαίνω, δεν προφταίνω, μου ' φυγε η σκέψη, σκατά! Το κύμα με βρέχει. Ο βράχος ζεστός και ζωντανός μ' αγκαλιάζει, αλλά μόνο εγώ το ξέρω, Οι άλλοι μόνο τον πατάνε. Έρχεται ένα πιτσιρίκι και μου χαμογελάει.

- Βράχηκες! Δεν κρυώνεις; ρωτάει.
- Είναι ζεστή η θάλασσα. Και μ' αγαπάει! του χαμογελάω κι εγώ.

   Έχω πάρει να ζαλίζομαι αλλά το νερό με συνεφέρνει. Κοιτάω τον Ασταρώθ. Μαλάκα, τι ωραίος που 'ναι! Κανένας δεν ξέρει πραγματικά πόσο! Τα μάτια του έχουνε γίνει σχεδόν μαύρα μ' ένα πράσινο στεφάνι που στραφταλίζει. Όπως η θάλασσα.

   Είν' ένα τριπ σαν Καντίνσκυ. Η ώρα φεύγει. Δεν ξέρω πως. Ποιος χέστηκε; Ο κόσμος αραιώνει. Γουστάρω. Δεν τους πάω, Παλιοχάβαλοι.

   Ο Ασταρώθ ανασαίνει βαθιά. Ανησυχώ.
   - Πρόσεχε πως αναπνέεις, γιατί άμα ρουφήξεις πολύ, για μας του άλλους τι θα μείνει; του ψιθυρίζω.
   - Κατουριέμαι, απαντάει.

   Νιώθω να τον αγαπάω τόσο, όσο μισώ τους άλλους. Αυτόν και τη Μορφίνη. Φυσάει πάνω μου. Αισθάνομαι τα μαλλιά μου να πετάνε και με πιάνει ο έρωτας για την πάρτη μου. Κάποιος πρέπει να το κάνει κι αυτό. Φτύνω σάλιο και μου γυρνάει στο μάτι. Με παίρνει αποκάτω.

   - Δεν κάνει να φτύνεις κόντρα, λέει ο φίλος μου.
   - Έχω ναυτία. Ναυτία είν' αυτό που σου 'ρχεται να φτύνεις, λέω εγώ.

   Ξαναμένουμε αμίλητοι. Ο ήλιος κόκκινος, αιματί, ίσα που φαίνεται πίσω απ' τα βουνά της Σαλαμίνας. Ακούω το κύμα που λέει τα δικά του. Χαζεύω τους λίγους που 'χουνε μείνει. ακόμα κι όταν εσύ είσαι λιώμα, όλοι οι άλλοι παραμένουν ξενέρωτοι. Απογοητευτικό...

   - Γιατί δεν μου μιλάς; ρωτάει ο έτσι.
   - Χάνουμε τη ζωή μας με το να μιλάμε. Όσο μιλάμε, καταναλώνουμε πολλή ενέργεια και γουστάρουνε, γιατί τους τρέφουμε.
   - Α...
   Περνάει λίγη ώρα ακόμη. Ίσως και πολλή. Δεν ξέρω. Δε με νοιάζει.
   - Μόνος σου τ' ανέβασες το πόδι σου εκεί πάνω; τονέ ρωτάω.
   - Μου λές μια ιστορία με πειρατές;

   Βραδιάζει. Γαμώ τα μπλε. Κι ένα φεγγάρι υγρό, σαν υδράργυρος. Ζαλίζομαι. Τα χέρια μου ιδρώνουν. Μάλλον το φεγγάρι στάζει πάνω μου. Και πάνω στα μαλλιά του Ασταρώθ. Τα βλέπω γεμάτα σταγόνες που λαμπυρίζουν και τα χαϊδεύω. Ύστερα τα τινάζω και γεμίζει ο κόσμος ασημένιες σταγόνες.

   Χάνομαι απέναντι, στη Σαλαμίνα. Τα φώτα μεγαλώνον και μικραίνουν με τους παλμούς μου. Ο Ασταρώθ μ' αγκαλιάζει και καθόμαστε πολλή ώρα έτσι, μέχρι που βλέπω τρία πτώματα στο νερό. Ξέρω, είναι το τριπ, αλλά φρικάρω. Ξέρω ότι σίγουρα υπάρχουν κι άλλα. Ξέρω ότι η θάλασσα μου φανερώνει τα
 μυστικά της.
   - Πάμε;
   - Πάμε.

[...]

Απόσπασμα από το 'Πες στη μορφίνη, ακόμα την ψάχνω' - Νικόλ Ρούσσου

Δεν υπάρχουν σχόλια: